Μετάφραση του "slepilo" σε Ελληνικά

Οι τύφλωση, τυφλότητα, τύφλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slepilo" σε Ελληνικά.

slepilo
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύφλωση

    noun feminine

    Pa, hajde da nastavimo naše razmatranje doslovnog slepila.

    Ας συνεχίσουμε την εξέτασή μας σχετικά με την κατά γράμμα τύφλωση.

  • τυφλότητα

    noun feminine

    „Kada si s nekim“, kaže Edvard, „ u izgrađivanju međusobnog odnosa slepilo i nije neka velika prepreka.

    «Όταν είσαι μαζί με ένα άτομο», λέει ο Έντουαρντ, «η τυφλότητα δεν επηρεάζει ουσιαστικά την ανάπτυξη της σχέσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slepilo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

слепило
+ Προσθήκη

Σερβικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύφλωση

    noun

    Крварења није било, него почиње слепило, температура, бол у плућима, погоршавање функције панкреаса и срца.

    Μετά τις ρινικές αιμορραγίες ακολουθεί τύφλωση, πυρετός πνευμονικό οίδημα δυσλειτουργία στο συκώτι στο πάγκρεας και την καρδιά.

Φράσεις παρόμοιες με "slepilo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slepilo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη