Μετάφραση του "Akustik" σε Ελληνικά

Οι Ακουστική, ακουστική, ακουστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Akustik" σε Ελληνικά.

Akustik
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ακουστική

    Akustik – Deklaration och verifiering av bulleremissionsvärden från maskiner och utrustning (ISO 4871:1996)

    Ακουστική — Δήλωση και επαλήθευση των τιμών εκπομπής θορύβου από μηχανήματα και συσκευές (ISO 4871:1996)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Akustik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

akustik noun common γραμματική

Vetenskapen om skapandet, överförandet och effekterna av ljud.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακουστική

    noun feminine

    Vetenskapen om skapandet, överförandet och effekterna av ljud. [..]

    Att tala till en publik utomhus är helt annorlunda än att hålla tal i en lokal som har god akustik.

    Το να κάνετε ομιλία έξω στο ύπαιθρο είναι πολύ διαφορετικό από το να εκφωνείτε διάλεξη σε μια αίθουσα που διαθέτει καλή ακουστική.

  • ακουστικός

    adjective
  • ακουστική επιστήμη

    noun
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Akustik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη