Μετάφραση του "Bot" σε Ελληνικά

Οι Διαδικτυακό ρομπότ, πρόστιμο, χρηματική ποινή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bot" σε Ελληνικά.

Bot
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διαδικτυακό ρομπότ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bot noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόστιμο

    noun neuter

    IV Genomsnittlig bot per typ av överträdelse och per medlemsstat.

    IV μέσο πρόστιμο ανά τύπο ή παράβαση και ανά κράτος μέλος

  • χρηματική ποινή

    feminine
  • μποτ

    noun neuter

    Nämnde han nåt om HEROnymous Bot eller Gavin Orsay?

    Έκανε κάποια αναφορά στον Χερόνυμους Μποτ ή στον Γκάβιν Όρσεϊ;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκλεκτός
    • λεπτός
    • ποινικές ρήτρες

Φράσεις παρόμοιες με "Bot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Σερ Μπορς
  • φωλιάζω
  • Bor
    Μπορ
  • bor
    βόριο
  • πού μένεις · πού μένετε
  • ένοικος · ενδιαίτημα · κάτοικος · στέγη
  • ζω στη Μελβούρνη · μένω στην Μελβούρνη
  • bo
    βιώνω · διαμένω · ζω · κατοικώ · μένω · φωλιά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη