Μετάφραση του "Broms" σε Ελληνικά

Οι φρένο, αλογόμυγα, φρένο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Broms" σε Ελληνικά.

Broms
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρένο

    noun

    Bromsen skall ställas in enligt punkt 5.1 i tillägg 1.

    Ρυθμίζεται το φρένο σύμφωνα με το σημείο 5.1 του προσαρτήματος 1.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Broms " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

broms noun common w γραμματική

anordning för motverkande av rörelse [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλογόμυγα

    noun

    Om det hebreiska ordet syftar på bromsar, rör det sig om en familj av stora flugor.

    Ο όρος «αλογόμυγα» περιλαμβάνει τα διάφορα είδη τάβανων και οίστρων.

  • φρένο

    noun neuter

    Vinschar som inte har automatisk spärrning skall vara utrustade med en broms som är dimensionerad efter vinscharnas dragkraft.

    Τα βαρούλκα χωρίς αυτόματο μπλοκάρισμα πρέπει να είναι εφοδιασμένα με φρένο ανάλογο με την ανυψωτική τους δύναμη.

  • τροχοπέδη

    noun feminine

    Detta kan leda till att genomförandet av politiskt särskilt känsliga projekt bromsas.

    Αυτό μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη για την εφαρμογή ιδιαίτερα ευαίσθητων από πολιτική άποψη σχεδίων.

Εικόνες με "Broms"

Φράσεις παρόμοιες με "Broms" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βρόμιο · βρώμιο
  • φρέναρα · φρενάρω
  • φρέναρα · φρενάρω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Broms" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη