Μετάφραση του "Dermatit" σε Ελληνικά

Οι δερματίτιδα, δερματίτιδα, δερματίτις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Dermatit" σε Ελληνικά.

Dermatit
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δερματίτιδα

    Dermatit är särskilt svårbehandlat och sensibiliseringen är irreversibel.

    Η δερματίτιδα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιμετωπιστεί, ενώ η ευαισθητοποίηση είναι μη αναστρέψιμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Dermatit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

dermatit
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δερματίτιδα

    noun feminine

    Myndigheten beräknar också att flera hundra människor drabbas varje år av dermatit som orsakas av tallprocessionsspinnarlarver.

    Επιπλέον, η εν λόγω αρχή εκτιμά ότι αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι προσβάλλονται κάθε χρόνο από δερματίτιδα οφειλόμενη στην πιτυοκάμπη.

  • δερματίτις

    Även rosacea och rosacea-liknande dermatit har rapporterats

    Έχουν επίσης αναφερθεί ροδόχρους ακμή και δερματίτις που μοιάζει με ροδόχρου ακμή

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Dermatit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη