Μετάφραση του "Frihet" σε Ελληνικά

Οι Ελευθερία, ελευθερία, άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Frihet" σε Ελληνικά.

Frihet
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ελευθερία

    Proper noun

    Wilson Gromling från " Frihet eller dö ".

    Γουίλσον Γκρόμλινγκ του κόμματος " Ελευθερία ή θάνατος ".

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Frihet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

frihet noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελευθερία

    noun feminine

    Om vi verkligen tror på demokrati och frihet får vi inte ignorera de nicaraguanska medborgarnas svåra situation.

    Αν πιστεύουμε πραγματικά στη δημοκρατία και την ελευθερία, δεν μπορούμε να αγνοούμε το δράμα των πολιτών της Νικαράγουας.

  • άδεια

    noun feminine

    Denna frihet skall jag alltid använda mig av och du har samma förmån.

    Την άδεια αυτή, πάντοτε θα την παίρνω, και εσύ θα έχεις το ίδιο προνόμιο.

  • προσωπική ελευθερία

    noun

    Det beror på att personlig frihet alltför ofta har ogiltigförklarats i pressfrihetens namn.

    Και αυτό επειδή η προσωπική ελευθερία καταστέλλεται πάρα πολύ συχνά στο όνομα της ελευθερίας του Τύπου.

Φράσεις παρόμοιες με "Frihet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Frihet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη