Μετάφραση του "Israel" σε Ελληνικά

Οι Ισραήλ, Ισραηλινός, ισραήλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Israel" σε Ελληνικά.

Israel proper neuter γραμματική

Israel (kungarike)

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισραήλ

    proper neuter

    Båda visades i Israel och skapade stor debatt.

    Και τα δύο μεταδόθηκαν στο Ισραήλ και δημιούργησε μια τεράστια συζήτηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Israel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

israel noun Noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισραηλινός

    noun masculine

    Under mina senaste resor till området möttes jag av israeler som naturligtvis var nervösa.

    Σε πρόσφατες επισκέψεις στην περιοχή, διαπίστωσα ότι ο ισραηλινός λαός εύλογα ανησυχεί.

  • ισραήλ

    Båda visades i Israel och skapade stor debatt.

    Και τα δύο μεταδόθηκαν στο Ισραήλ και δημιούργησε μια τεράστια συζήτηση.

Εικόνες με "Israel"

Φράσεις παρόμοιες με "Israel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Israel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη