Μετάφραση του "Journal" σε Ελληνικά

Οι Χρηματοοικονομική Λογιστική, εφημερίδα, χρονικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Journal" σε Ελληνικά.

Journal
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χρηματοοικονομική Λογιστική

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Journal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

journal Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφημερίδα

    noun feminine

    Finns det nåt spännande som jag inte har läst om i Wall Street Journal?

    Υπάρχει καμιά έκπληξη που δεν αναφέρεται στην Εφημερίδα της Γουώλ Στρητ;

  • χρονικό

    noun

    bevara all annan dokumentation och alla andra journaler under lämplig tid.

    διατηρούν τα λοιπά έγγραφα και φακέλους επί κατάλληλο χρονικό διάστημα.

  • ημερολόγιο

    noun neuter

    En logg ska upprätthållas i form av journaler över alla relevanta ändringar och strykningar i dessa uppgifter.

    Τηρείται ημερολόγιο ελέγχου, δηλαδή καταγραφή όλων των σχετικών αλλαγών και διαγραφών των δεδομένων αυτών.

Φράσεις παρόμοιες με "Journal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μπλοκ σημειώσεων · Μπλοκ σημειώσεων των Windows
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Journal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη