Μετάφραση του "Korv" σε Ελληνικά

Οι Λουκάνικο, λουκάνικο, σαλάμι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Korv" σε Ελληνικά.

Korv
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λουκάνικο

    Korven har en angenäm, mild, lätt salt och ibland en aning kryddstark smak.

    Το λουκάνικο έχει ευχάριστη, ελαφριά και λεπτή, ελαφρά αλατισμένη και ορισμένες φορές ελαφρά πιπεράτη γεύση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Korv " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

korv noun common w γραμματική

Svensk maträtt

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λουκάνικο

    noun neuter

    Jag vill ha kalkon chilin, en brödskål och en polsk korv delad på längden.

    Θα ήθελα το τσίλι γαλοπούλας, ψωμί και πολωνικό λουκάνικο κομμένο κατά μήκος.

  • σαλάμι

    noun neuter

    Jag vill ha prickig korv på tre smörgåsar och ost på två.

    Θέλω τρία σάντουις με σαλάμι και δύο με τυρί μόνη μου!

Εικόνες με "Korv"

Φράσεις παρόμοιες με "Korv" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Korv" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη