Μετάφραση του "Led" σε Ελληνικά
Οι Άρθρωση, άρθρωση, κλείδωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Led" σε Ελληνικά.
Led
-
Άρθρωση
En led är en förbindelse mellan två eller flera skelettdelar.
Άρθρωση είναι το σημείο σύνδεσης δύο οστών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Led " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
led
adjective
noun
verb
common
neuter
w
γραμματική
individer på rad [..]
-
άρθρωση
noun feminineFör att åstadkomma reproducerbara resultat är det nödvändigt att ange och bestämma friktionen i varje led.
Για να επιτυγχάνονται αναπαραγώγιμα αποτελέσματα, είναι αναγκαίο να ορίζονται και να ελέγχονται οι τριβές σε κάθε άρθρωση.
-
κλείδωση
noun feminine -
μονοπάτι
noun neuterStanton, alla tecken indikerar att spåren leder där igenom.
Υπολοχαγέ Στάντον, όλα τα σημάδια δείχνουν πως το μονοπάτι οδηγεί μέσα εκεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ουρά
- γραμμή
- σκέλος
Εικόνες με "Led"
Φράσεις παρόμοιες με "Led" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στρατιωτικός ηγέτης
-
βάσανα · βάσανο · πάηη τα, πληθ. · πόνος
-
Αγωγός
-
Λήδα
-
πολλά είναι εκτός ελέγχου σε αυτούς τους καιρούς
-
Αγωγός · άρχοντας · αγωγός · αρχηγός · αρχόντισσα · ηγέτης · κεφάλι · κεφαλή · κυβερνήτης · οδηγός · προεδρεύων
-
θρησκευτικός ηγέτης
-
παθαίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη