Μετάφραση του "Linjal" σε Ελληνικά

Οι Κανόνας, χάρακας, κανόνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Linjal" σε Ελληνικά.

Linjal
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κανόνας

    Mätstockar, mätband och graderade linjaler

    Ράβδοι και ταινίες μέτρησης και κανόνες με υποδιαιρέσεις

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Linjal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

linjal noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χάρακας

    noun masculine

    Förutom att ta en linjal och börja mäta.

    Πέρα από το να πάρουμε ένα χάρακα και να αρχίσουμε να μετράμε.

  • κανόνας

    noun masculine

    För denna metod får en linjal användas, och klassificeringen görs utifrån en prediktionsekvation.

    Η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί με τη χρήση κανόνα και η ταξινόμηση καθορίζεται με βάση την εξίσωση πρόγνωσης.

  • υποδεκάμετρο

    noun neuter
  • ρίγα

    noun feminine

Εικόνες με "Linjal"

Φράσεις παρόμοιες με "Linjal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Linjal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη