Μετάφραση του "Munk" σε Ελληνικά

Οι Μοναχός, μοναχός, καλόγερος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Munk" σε Ελληνικά.

Munk
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μοναχός

    Munken som vigde dem ska bli del i deras öde.

    Ο μοναχός που τους παντρεύει θα ορισει τη μοιρα τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Munk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

munk noun common w γραμματική

man i kloster [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχός

    noun masculine

    θρησκευτική ενασχόληση [..]

    Jag kunde ha lämnat dig vid porten, munk.

    Θα μπορούσα να σε έχω αφήσει στην πύλη, μοναχέ.

  • καλόγερος

    noun masculine

    Jag har levt med teatern som en munk lever med sin tro.

    Μάργκο, είμαι κλεισμένος στο θέατρο σαν καλόγερος στο μοναστήρι.

  • λουκουμάς

    noun masculine

    Och, Will, tager du Amy att bli din munk av kärlek som du fyller med kräm varje dag?

    Κι εσύ, Will, δέχεσαι την Amy να είναι η λουκουμάς του έρωτά σου που θα γεμίζεις με κρέμα κάθε μέρα;

  • ντόνατ

    Nämner ni det här får ni aldrig se munkar igen.

    Αν μιλήσετε γι'αυτό έξω, δεν θα ξαναδείτε ντόνατ.

Εικόνες με "Munk"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Munk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη