Μετάφραση του "Muskel" σε Ελληνικά

Οι Μυς, μυς, ποντίκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Muskel" σε Ελληνικά.

Muskel
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μυς

    kroppsvävnad med förmåga till sammandragning

    Muskeln skall vara fri från bindväv och fett.

    Ο μυς πρέπει να μην περιέχει συνδετικό ιστό και λίπος·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Muskel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

muskel noun common w γραμματική

Ett organ bildat av sammandragningsbar vävnad som flyttar andra organ.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μυς

    noun masculine

    Utan könsorgan och dithörande muskler och hos hondjur utan juver eller juverfett.

    χωρίς τα γεννητικά όργανα με τους προσκολλημένους μυς, χωρίς το μαστό και το λίπος του μαστού.

  • ποντίκι

    noun neuter

    Vissa kvinnor tänder på muskler andra på hjärnor.

    Μερικές γυναίκες κυνηγούν τα ποντίκια άλλες το μυαλό.

  • μυώνας

Εικόνες με "Muskel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Muskel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη