Μετάφραση του "Period" σε Ελληνικά

Οι γεωλογική περίοδος, περίοδος, εποχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Period" σε Ελληνικά.

Period
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεωλογική περίοδος

    Hon förklarade också att de olika grupperna fossil uppträder under olika geologiska perioder och att det stöder berättelsen om skapelsedagarna i Första Moseboken.

    Εξήγησε επίσης ότι κάθε ομάδα απολιθωμάτων εμφανίζεται σε διαφορετική γεωλογική περίοδο, επιβεβαιώνοντας έτσι την αφήγηση της Γένεσης περί δημιουργικών ημερών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Period " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

period noun common γραμματική

tidsintervall [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίοδος

    noun feminine

    tidsintervall [..]

    Rådet ska besluta om det finansiella referensbeloppet för efterföljande perioder.

    Το ποσό δημοσιονομικής αναφοράς για τις μετέπειτα περιόδους αποφασίζεται από το Συμβούλιο.

  • εποχή

    noun feminine

    Under perioder med feta kor tråkas man ut av budgeten.

    Στην εποχή των παχιών αγελάδων, ο προϋπολογισμός καταντά βαρετός.

  • διάρκεια

    noun feminine

    Den kan delas upp på ett antal betalningar över en period som fastställs i ett särskilt förfinansieringsavtal.

    Μπορεί να κατανεμηθεί σε διάφορες δόσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην εκάστοτε συμφωνία προχρηματοδότησης.

  • χρονική διάρκεια

    noun

    Vissa åtgärder för förbättrad energieffektivitet sträcker sig under flera decennier medan andra åtgärder pågår under en kortare period.

    Μερικά μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης έχουν ζωή δεκαετιών, ενώ άλλα έχουν μικρότερη χρονική διάρκεια.

Φράσεις παρόμοιες με "Period" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Period" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη