Μετάφραση του "Predikat" σε Ελληνικά

Οι κατηγορούμενο, κατηγόρημα, ρήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Predikat" σε Ελληνικά.

Predikat
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατηγορούμενο

    noun

    επίθετο ή ουσιαστικό, που αποδίδει χαρακτηριστικό στο υποκείμενο μέσω συνδετικού ρήματος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Predikat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

predikat verb γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατηγόρημα

    noun neuter
  • ρήμα

    noun neuter

Φράσεις παρόμοιες με "Predikat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ηθικολογώ · κηρύσσω · κηρύττω · προπαγανδίζω
  • ηθικολογώ · κηρύσσω · κηρύττω · προπαγανδίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Predikat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη