Μετάφραση του "Sexualitet" σε Ελληνικά

Οι Σεξουαλικότητα, σεξουαλικότητα, φύλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sexualitet" σε Ελληνικά.

Sexualitet
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σεξουαλικότητα

    Sexualiteten är en evolutionär, reproduktiv nödvändighet.

    Έχουν τη σεξουαλικότητα ως ανάγκη αναπαραγωγής για να εξελίσσονται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sexualitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sexualitet Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεξουαλικότητα

    noun feminine

    För att samhället har lärt mig att använda min sexualitet som valuta.

    Αφού η κοινωνία με έκανε να βλέπω τη γυναικεία σεξουαλικότητα ως νόμισμα.

  • φύλο

    noun neuter

    Och vi kanske tycker att det är obekvämt att prata om könsrelaterade frågor eller sund sexualitet.

    Και μπορεί να το βρίσκουμε άβολο να συζητήσουμε θέματα φύλων ή υγιούς σεξουαλικότητας.

  • φυλετικότητα

    noun
  • γένος

    noun neuter
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sexualitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη