Μετάφραση του "Skala" σε Ελληνικά
Οι Κλίμακα, κλίμακα, σκάλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Skala" σε Ελληνικά.
-
Κλίμακα
Skalan för grundlönerna ska fastställas i enlighet med följande tabell:
Η κλίμακα των βασικών μισθών καθορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Skala " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
verb
-
κλίμακα
noun feminineκλίμακα στη μουσική
I det här steget installeras systemen i stor skala och utrustas med sina funktioner.
Πρόκειται για τη φάση εγκατάστασης των νέων συστημάτων σε μεγάλη κλίμακα και τη γενικευμένη εφαρμογή των συναφών λειτουργιών.
-
σκάλα
noun feminineVar är du på en skala från ett till helt borta?
Σε μία σκάλα από ένα έως ψημμένος, πόσο ψημμένος είσαι?
-
μέγεθος
noun neuterMånga aktiviteter i liten eller medelstor skala har genomförts.
Μπόρεσε να υλοποιηθεί σημαντικός αριθμός δραστηριοτήτων μικρού ή μεσαίου μεγέθους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έκταση
- ξεφλουδίζω
- γκάμα
- αποφλοιώνω
Φράσεις παρόμοιες με "Skala" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λογαριθμική κλίμακα
-
εμφάνιση · εφαρμόζω εμφάνιση
-
κελυφωτός καρπός
-
εμφάνιση · εφαρμόζω εμφάνιση · κάσα · κάψα · κέλυφος · μπολ · νεροχύτης · περίβλημα · πλαίσιο · τερματικό · τσόφλι · φλοιός · φλούδα · όστρακο
-
χρωματική κλίμακα
-
πεντατονική κλίμακα
-
κλίμακα Μποφόρ