Μετάφραση του "Skog" σε Ελληνικά
Οι Δάσος, δάσος, δρυμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Skog" σε Ελληνικά.
-
Δάσος
Skogen ger arbetstillfällen och inkomster samt råvaror till industrin och till förnybar energi.
Τα δάση προσφέρουν θέσεις εργασίας, έσοδα και πρώτες ύλες για τη βιομηχανία και την ανανεώσιμη ενέργεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Skog " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ett vegetationssamhälle som domineras av träd och sly, vilka växer så tätt att trädtopparna överskuggar eller berör varandra, vilket leder till varierande grader av skugga på marken under träden.
-
δάσος
noun neuterπυκνή συστάδα δένδρων που καλύπτει σχετικά μεγάλη περιοχή [..]
På så sätt blir det lätt förståeligt varför just skogen väcker så mycket känslor i diskussionen.
Έτσι, εύκολα μπορεί να εξηγηθεί γιατί ειδικά το δάσος ξύπνησε πολλά πάθη κατά τη συζήτηση.
-
δρυμός
noun masculinei kommunerna Surbourg och Offwiller samt de nationella skogarna i Mouterhouse och Ingwiller.
στους δήμους Surbourg και Offwiller και στους εθνικούς δρυμούς Mouterhouse και Ingwiller.
-
άλσος
noun neuterBlev han skickad till skogen för att bli föda till Garerna.
Και τον έστειλαν στο άλσος, να γίνει τροφή για τα Γκάαρ, μαζί με όλους τους άλλους;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξύλο
- ξυλεία
- αναδασώνω
Εικόνες με "Skog"
Φράσεις παρόμοιες με "Skog" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δασική οικολογία
-
αξιόπιστο δάσος
-
αναδάσωση
-
βόρειο πολικό δάσος
-
μεσογειακό δάσος (της Μεσογείου)
-
τροπικό δάσος
-
κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει · κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει
-
δασική έκταση εύκρατης περιοχής · εύκρατο δάσος