Μετάφραση του "Ton" σε Ελληνικά

Οι τόνος, τόνος, φωνή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ton" σε Ελληνικά.

Ton
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τόνος

    noun

    μονάδα μάζας ή όγκου

    Tillfällig ton för att ange ökning av tillåten hastighet.

    Στιγμιαίος τόνος ως ένδειξη αύξησης της επιτρεπόμενης ταχύτητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ton noun common neuter γραμματική

måttenhet [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τόνος

    noun masculine

    Tillfällig ton för att ange ökning av tillåten hastighet.

    Στιγμιαίος τόνος ως ένδειξη αύξησης της επιτρεπόμενης ταχύτητας.

  • φωνή

    noun feminine

    Du borde nog tala med en lägre ton.

    Ίσως να θες να μιλήσεις με βραχύτερη φωνή.

  • απόχρωση

    noun feminine

    Den hade blivit värmebehandlad på klassiskt vis. Den hade en rosa ton, nästan laxfärgad.

    Ήταν επεξεργασμένος θερμικά και είχε αυτή την κλασική σύσταση αυτή την ροζ απόχρωση, σχεδόν στο χρώμα του σολομού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Τόνος
    • ύψος
    • χρωματικός τόνος

Φράσεις παρόμοιες με "Ton" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Σταδιακή εμφάνιση, σβήσιμο με έλλειψη
  • δεκα
  • Σβήσιμο-εμφάνιση προς τα μέσα, μέσα από μαύρο
  • Τόνοι διαρκείας
  • Σβήσιμο
  • Εμφάνιση με κίνηση, σταδιακή εξαφάνιση
  • Σταδιακή εμφάνιση και εξαφάνιση
  • Σβήσιμο-εμφάνιση προς τα έξω, μέσα από μαύρο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη