Μετάφραση του "Uppfinning" σε Ελληνικά
Οι Εφεύρεση, εφεύρεση, εφεύρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Uppfinning" σε Ελληνικά.
Uppfinning
-
Εφεύρεση
Uppfinningen spred oro bland konstnärer som såg den som ett hot mot sitt uppehälle.
Η εφεύρεση προκάλεσε επίσης μεγάλη ανησυχία στους ζωγράφους οι οποίοι τη θεώρησαν απειλή για το βιοπορισμό τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Uppfinning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
uppfinning
noun
common
γραμματική
-
εφεύρεση
noun feminineMedlemsstaterna skall se till att en datorrelaterad uppfinning uppfattas som tillhörande ett teknikområde.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι μια εφεύρεση που εφαρμόζεται σε υπολογιστή θεωρείται ότι ανήκει σε τομέα της τεχνολογίας.
-
εφεύρημα
noun neuter
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη