Μετάφραση του "Verksamhet" σε Ελληνικά
Οι λειτουργία, δραστηριότητα, εταιρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Verksamhet" σε Ελληνικά.
-
λειτουργία
noun(68) Verksamheten hos de statligt ägda bankerna i Norge tycks inte utgöra en utjämningsbar subvention.
(68) Η λειτουργία των κρατικών τραπεζών στη Νορβηγία δεν φαίνεται να συνιστά αντισταθμίσιμη επιδότηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Verksamhet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Tillståndet eller egenskapen att vara aktiv.
-
δραστηριότητα
noun feminineDet saknas en tidsplan för genomförandet av den verksamhet som tas upp i kapitel 3 i meddelandet.
Δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα για την διεξαγωγή των διαφόρων δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο κεφάλαιο 3 της ανακοίνωσης.
-
εταιρία
noun feminineEftersom värdepappersfonder inte har egen rättskapacitet, behöver de ha ett förvaltningsbolag som utövar deras verksamhet.
Ελλείψει ιδίας νομικής προσωπικότητας, τα αμοιβαία κεφάλαια χρειάζονται μια εταιρία διαχειρίσεως για τη διοίκηση των υποθέσεών τους.
-
δράση
noun feminineDe skall helt tillföras verksamheten, dvs. medföra en minskning av de stödberättigande kostnaderna.
Πρέπει να καταλογισθούν πλήρως στη δράση, δηλαδή να μειώσουν τις επιλέξιμες δαπάνες.
-
εταιρεία
noun feminineEn advokatbyrås verksamhet ska begränsas till juridisk verksamhet.
Οι δραστηριότητες των δικηγορικών εταιρειών περιορίζονται στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.
Φράσεις παρόμοιες με "Verksamhet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θόρυβος από εμπορικές δραστηριότητες
-
σχέση δομής-δραστηριότητας
-
θεσμικά θέματα · θεσμική (θεσμοθετημένη) δραστηριότητα
-
οικονομική δραστηριότητα
-
είδος επιχείρησης (οικονομικής δραστηριότητας)
-
άδεια για πολιτικούς λόγους
-
υγειονομικός έλεγχος
-
επίγεια δραστηριότητα