Μετάφραση του "accelerometer" σε Ελληνικά
Το επιταχυνσιόμετρο είναι η μετάφραση του "accelerometer" σε Ελληνικά.
accelerometer
-
επιταχυνσιόμετρο
noun neuterFullständigt huvud inkl. treaxlig accelerometer och belastningscell för övre nacke eller ballastcell
Πλήρες συγκρότημα κεφαλής με τριαξονικό επιταχυνσιόμετρο και δυναμομετρικό αισθητήρα στο επάνω μέρος του τραχήλου ή υποκατάστατο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " accelerometer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη