Μετάφραση του "acklimatisering" σε Ελληνικά

Οι εγκλιματισμός, εγκλιμάτιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acklimatisering" σε Ελληνικά.

acklimatisering noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκλιματισμός

    noun masculine

    vetenskapligt namn, källa, eventuell förbehandling, acklimatisering, odlingsförhållanden etc.

    επιστημονική ονομασία, πηγή, τυχόν προηγηθείσα αγωγή, εγκλιματισμός, συνθήκες καλλιέργειας κ.λπ.

  • εγκλιμάτιση

    anpassning

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acklimatisering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acklimatisering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη