Μετάφραση του "ackumulator" σε Ελληνικά
Οι συσσωρευτής, αποταμιευτής, μπαταρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ackumulator" σε Ελληνικά.
ackumulator
noun
common
w
γραμματική
-
συσσωρευτής
noun masculineDessutom ska det finnas en hydraulisk ackumulator med tillräcklig kapacitet för att manövrera dörren minst tre gånger, dvs. stängning–öppning–stängning, vid 15° slagsida åt motsatt sida.
Επιπλέον, πρέπει να υπάρχει ένας υδραυλικός συσσωρευτής επαρκούς δυναμικότητας προκειμένου να λειτουργεί η θύρα τουλάχιστον τρεις φορές, δηλαδή κλείσιμο-άνοιγμα-κλείσιμο, έναντι αντίθετης κλίσεως 15°.
-
αποταμιευτής
Noun masculine -
μπαταρία
noun feminine -
αποθησαυριστής
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ackumulator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ackumulator
-
επαναφορτιζόμενες μπαταρίες
Εικόνες με "ackumulator"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη