Μετάφραση του "adapter" σε Ελληνικά
Οι προσαρμοστής, προσαρμογέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adapter" σε Ελληνικά.
adapter
-
προσαρμοστής
noun masculineFör att användas första gången måste adaptern passas in på
Κατά την πρώτη χρήση, ο προσαρμοστής στο μπουκάλι τοποθετείται
-
προσαρμογέας
noun masculineEn sådan adapter ska tillhandahållas på ett icke-diskriminerande sätt till alla oberoende aktörer.
Ένας τέτοιος προσαρμογέας παρέχεται χωρίς διακρίσεις σε όλους τους ανεξάρτητους φορείς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adapter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adapter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσαρμογέας super VGA
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη