Μετάφραση του "adapter" σε Ελληνικά

Οι προσαρμοστής, προσαρμογέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adapter" σε Ελληνικά.

adapter
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσαρμοστής

    noun masculine

    För att användas första gången måste adaptern passas in på

    Κατά την πρώτη χρήση, ο προσαρμοστής στο μπουκάλι τοποθετείται

  • προσαρμογέας

    noun masculine

    En sådan adapter ska tillhandahållas på ett icke-diskriminerande sätt till alla oberoende aktörer.

    Ένας τέτοιος προσαρμογέας παρέχεται χωρίς διακρίσεις σε όλους τους ανεξάρτητους φορείς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adapter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adapter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adapter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη