Μετάφραση του "addition" σε Ελληνικά

Οι πρόσθεση, άθροιση, χημική αντίδραση προσθήκης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "addition" σε Ελληνικά.

addition noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσθεση

    noun feminine

    räkneoperation vars resultat blir en summa

    Vi vill ha mer pengar, och vi vill ha denna addition av den rättsliga grunden.

    Επιθυμούμε λοιπόν περισσότερα χρήματα και πρόσθεση των νομικών βάσεων.

  • άθροιση

    noun feminine
  • χημική αντίδραση προσθήκης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " addition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Addition
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άθροιση

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "addition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη