Μετάφραση του "adress" σε Ελληνικά
Οι διεύθυνση, έδρα, αγόρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adress" σε Ελληνικά.
-
διεύθυνση
noun feminineanger läge, position
Den angivna adressen ska ange en enda kontaktpunkt där tillverkaren kan kontaktas.
Η διεύθυνση υποδεικνύει ένα μοναδικό σημείο επικοινωνίας με τον κατασκευαστή.
-
έδρα
nounPå varje förpackning finns förutom de föreskrivna uppgifterna även tillverkarens namn och adress.
Το όνομα και η έδρα του παραγωγού καθώς και άλλες υποχρεωτικές ενδείξεις αναγράφονται σε κάθε συσκευασία του προϊόντος.
-
αγόρευση
noun feminine -
ταχυδρομική διεύθυνση
Η ταχυδρομική διεύθυνση του οργανισμού ο οποίος αναπτύσσει και διαχειρίζεται έναν γλωσσικό πόρο ή εργαλείο/υπηρεσία
Kreditgivarens namn, telefonnummer och geografiska adress ska innehålla kontaktuppgifter som konsumenten kan använda för framtida korrespondens.
Το όνομα, ο αριθμός τηλεφώνου και η ταχυδρομική διεύθυνση του μεσίτη πιστώσεων είναι τα στοιχεία επικοινωνίας που μπορεί να χρησιμοποιεί ο καταναλωτής για μελλοντική αλληλογραφία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adress " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
ταχυδρομική διεύθυνση
Kreditgivarens namn, telefonnummer och geografiska adress ska innehålla kontaktuppgifter som konsumenten kan använda för framtida korrespondens.
Το όνομα, ο αριθμός τηλεφώνου και η ταχυδρομική διεύθυνση του μεσίτη πιστώσεων είναι τα στοιχεία επικοινωνίας που μπορεί να χρησιμοποιεί ο καταναλωτής για μελλοντική αλληλογραφία.
Φράσεις παρόμοιες με "adress" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απόλυτη διεύθυνση · πραγματική διεύθυνση
-
διεύθυνση συνδρομητή ειδοποιήσεων
-
σχετική διεύθυνση
-
Εξωτερική διεύθυνση · εξωτερική διεύθυνση
-
πολυεστιακός υπολογιστής
-
διεύθυνση βρόχου επιστροφής
-
πληροφορίες κοινόχρηστης διεύθυνσης
-
εικονική διεύθυνση