Μετάφραση του "advokat" σε Ελληνικά
Οι δικηγόρος, συνήγορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "advokat" σε Ελληνικά.
advokat
noun
common
γραμματική
yrke
-
δικηγόρος
noun masculineεπαγγελματίας νομικός που βοηθά πελάτες και τους αντιπροσωπεύει σε δικαστήρια [..]
Jag är din advokat.
Είμαι η δικηγόρος σας.
-
συνήγορος
noun masculineHan får inte ha mer än en andlig rådgivare två advokater och upp till fem vuxna eller släktingar.
Δικαιούται έως έναν πνευματικό σύμβουλο δύο συνηγόρους και έως πέντε ενήλικες φίλους ή συγγενείς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " advokat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "advokat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνήγορος του διαβόλου
-
χρειάζομαι δικηγόρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη