Μετάφραση του "amulett" σε Ελληνικά
Οι φυλαχτό, φυλακτό, γούρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amulett" σε Ελληνικά.
amulett
noun
common
w
γραμματική
föremål
-
φυλαχτό
noun neuterMamma tog mig till ett tempel, och en munk gav mig den här amuletten.
Η μαμά μου με πήγε στον ναό και οι μοναχοί μου έδωσαν αυτό το φυλαχτό.
-
φυλακτό
Noun neuterVi måste ta amuletten och använda den mot maskinen.
Πρέπει να πάρουμε το φυλακτό από την μηχανή.
-
γούρι
nounJag har haft det som amulett under åren.
Ήταν το γούρι μου όλα αυτά τα χρόνια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Φυλαχτό
- σύμβολο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " amulett " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "amulett"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη