Μετάφραση του "anal" σε Ελληνικά

Το πρωκτικός είναι η μετάφραση του "anal" σε Ελληνικά.

anal
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωκτικός

    adjective

    Efter dig blev jag bedräglig, anal, utan kontakt med min omgivning.

    Μετά από σένα έγινα διπρόσωπος, πρωκτικός κι έχασα την εΠάφή με το περιβάλλον μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη