Μετάφραση του "andel" σε Ελληνικά

Οι συμμετοχή, μέρος, ποσοστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "andel" σε Ελληνικά.

andel noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμετοχή

    noun feminine

    Den andel av aktiekapitalet som ägs av utländska personer ska ha inbetalats med medel som härrör från utlandet.

    Η συμμετοχή των μη μόνιμων κατοίκων στο μετοχικό κεφάλαιο πρέπει να καταβάλλεται με κεφάλαια εξωτερικού.

  • μέρος

    noun neuter

    Den aktuella undersökningen om hänförandet av kostnader gör det dock inte möjligt att entydigt fastställa denna andel.

    Η υποβληθείσα μελέτη όσον αφορά την κατανομή των εξόδων δεν επαρκεί για να προσδιοριστεί το εν λόγω μέρος.

  • ποσοστό

    noun neuter

    Denna andel fastslås varje år genom lagen om finansiering av socialförsäkringen.

    Το ποσοστό αυτό καθορίζεται ετησίως με νόμο για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφαλίσεως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μερίδιο
    • εκατοστιαία αναλογία
    • ανάλογο
    • μοιρασιά
    • ενδεχόμενο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " andel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "andel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη