Μετάφραση του "annektering" σε Ελληνικά
Οι προσάρτηση, προσθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "annektering" σε Ελληνικά.
annektering
Noun
γραμματική
-
προσάρτηση
noun feminineHan lade till att parlamentet 1983 hade fördömt annekteringen av dessa länder.
Προσθέτει ότι το Κοινοβούλιο το 1983 είχε καταδικάσει την προσάρτηση αυτών των χωρών.
-
προσθήκη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " annektering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη