Μετάφραση του "anslut" σε Ελληνικά

Οι συμμετοχή, συνδέω, σύνδεσμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anslut" σε Ελληνικά.

anslut verb
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμετοχή

    noun

    Hjälp gavs särskilt för att uppmuntra deltagarna i de anslutande länderna och ansökarländerna.

    Δόθηκε ιδιαίτερη βοήθεια με σκοπό να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των προσχωρουσών και υποψηφίων προς προσχώρηση χωρών.

  • συνδέω

    verb

    Varningsanordningen skall vara direkt och stadigvarande ansluten till kretsen.

    Η προειδοποιητική διάταξη πρέπει να συνδέεται άμεσα και μονίμως με το κύκλωμα.

  • σύνδεσμος

    noun masculine

    Luerkopplingen gör det möjligt att ansluta uppblåsningsanordningen till ballongkatetern.

    Ο σύνδεσμος Luer καθιστά δυνατή τη σύνδεση της συσκευής εμφύσησης στον καθετήρα με μπαλόνι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anslut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Anslut
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σύνδεση

    Anslut den fria änden av bandet till draganordning B.

    Σύνδεση του ελεύθερου άκρου του πλέγματος στη διάταξη εκτύλιξης Β.

Φράσεις παρόμοιες με "anslut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anslut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη