Μετάφραση του "apostel" σε Ελληνικά

Οι απόστολος, Απόστολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apostel" σε Ελληνικά.

apostel noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόστολος

    noun masculine

    Men aposteln Paulus påminner oss om att vi inte är ensamma om att lida ont.

    Ο απόστολος Παύλος, ωστόσο, μας υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε οι μόνοι που κακοπαθούμε.

  • Απόστολος

    noun masculine

    Den femte aposteln kallades Martine.

    Ο πέμπτος Απόστολος, ονομαζόταν Μαρτίν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apostel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "apostel"

Φράσεις παρόμοιες με "apostel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apostel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη