Μετάφραση του "argument" σε Ελληνικά
Οι όρισμα, επιχείρημα, διαπληκτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "argument" σε Ελληνικά.
argument
noun
neuter
γραμματική
skäl
-
όρισμα
noun neuterEtt argument som krävs ' fil '
Ένα απαιτούμενο όρισμα ' αρχείο '
-
επιχείρημα
noun neuterDetta påstående grundas huvudsakligen på de tre följande argumenten.
Η προσφεύγουσα στηρίζει τον ισχυρισμό αυτό κυρίως στα τρία ακόλουθα επιχειρήματα.
-
διαπληκτισμός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " argument " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "argument" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καθορισμένο όρισμα
-
όρισμα γενικού τύπου
-
Ad hominem
-
Tu quoque
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη