Μετάφραση του "arkiv" σε Ελληνικά

Οι αρχείο, αρχειοθήκη, αρχεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arkiv" σε Ελληνικά.

arkiv noun neuter γραμματική

En plats för att lagra tidigare, ofta historiskt material. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχείο

    noun neuter

    συλλογή ιστορικών καταγραφών [..]

    Stjärnflottan har skickat arkeologer som ska studera arkivet.

    Ο Αστροστόλος έστειλε αρχαιολόγους για να μελετήσουν το αρχείο.

  • αρχειοθήκη

    noun

    Klicka för att lägga till filer i arkivet

    Κάντε κλικ για την προσθήκη αρχείων στην αρχειοθήκη

  • αρχεία

    noun

    Information om vetenskap, teknik, kultur och sjukvård insamlas i stor omfattning av offentliga forskningsinstitutioner och offentliga arkiv.

    Πληροφορίες επιστημονικού, τεχνικού, πολιτιστικού και ιατρικού χαρακτήρα συλλέγονται σε ευρεία κλίμακα από δημόσια ερευνητικά ιδρύματα και δημόσια αρχεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχειοθετώ
    • δισκοθήκη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arkiv " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Arkiv
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρχείο

    Klicka på Skicka e-post... för att skicka markerade dokument & Arkiv

    Πιέστε Mail... για αποστολή επιλεγμένων εγγράφων & Αρχείο

Εικόνες με "arkiv"

Φράσεις παρόμοιες με "arkiv" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arkiv" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη