Μετάφραση του "arrende" σε Ελληνικά

Οι αγρομίσθωση, εκμίσθωση, μισθωτήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arrende" σε Ελληνικά.

arrende noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγρομίσθωση

    Ett förbud mot arbete för tredje man eller genom arrende införs (artikel 5 första stycket).

    Εισάγεται η απαγόρευση εκτέλεσης εργασιών για λογαριασμό τρίτων ή υπό αγρομίσθωση (σημείο 5, πρώτο εδάφιο).

  • εκμίσθωση

    noun feminine

    Angående: Harmonisering av reglerna för arrende av jordbruksmark i medlemsstaterna

    Θέμα: Εναρμόνιση των απαιτήσεων για την εκμίσθωση γεωργικών εκτάσεων στα κράτη μέλη

  • μισθωτήριο

  • σταύρωση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arrende " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arrende" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη