Μετάφραση του "arsenik" σε Ελληνικά

Το αρσενικό είναι η μετάφραση του "arsenik" σε Ελληνικά.

arsenik noun common neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρσενικό

    noun neuter

    Det håller på att utarbetas direktiv om kvicksilver, kadmium, nickel och arsenik.

    Οι οδηγίες για τον υδράργυρο, το κάδμιο, το νικέλιο και το αρσενικό τελούν υπό προπαρασκευή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arsenik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "arsenik"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arsenik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη