Μετάφραση του "asket" σε Ελληνικά

Το ασκητής είναι η μετάφραση του "asket" σε Ελληνικά.

asket Noun w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασκητής

    noun

    En asket fick ett följe genom att utmana doktrinen, så Sanhedrin beslöt att ta honom av daga.

    'Evας ασκητής απέκτησε oπαδoύς ταράζovτας τα vερά, και τo Συvέδριo απoφάσισε vα τov ξεφoρτωθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asket " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "asket"

Φράσεις παρόμοιες με "asket" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ασκητισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asket" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη