Μετάφραση του "astigmatism" σε Ελληνικά

Οι αστιγματισμός, Αστιγματισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "astigmatism" σε Ελληνικά.

astigmatism
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστιγματισμός

    noun masculine

    Jag har fått astigmatism på ett öga.

    Δημιουργήθηκε λίγος αστιγματισμός σε ένα μου μάτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astigmatism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Astigmatism
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αστιγματισμός

    Jag har fått astigmatism på ett öga.

    Δημιουργήθηκε λίγος αστιγματισμός σε ένα μου μάτι.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astigmatism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη