Μετάφραση του "avdelning" σε Ελληνικά
Οι τμήμα, τομέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avdelning" σε Ελληνικά.
avdelning
noun
common
γραμματική
-
τμήμα
noun neutermed beaktande av att målet hänskjutits till tredje avdelningen sedan referenten fått förhinder
έχοντας υπόψη την εκ παραπομπή της υποθέσεως στο τρίτο τμήμα λόγω κωλύματος του εισηγητή δικαστή,
-
τομέας
noun masculineXX motsvarar det politikområde eller den avdelning i budgeten som avses.
XX είναι ο τομέας πολιτικής ή ο σχετικός τίτλος του προϋπολογισμού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avdelning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη