Μετάφραση του "avgift" σε Ελληνικά
Οι αμοιβή, εισφορά, προμήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avgift" σε Ελληνικά.
-
αμοιβή
noun feminineObservatörens lön och sociala avgifter ska betalas av Madagaskars myndigheter.
Η αμοιβή και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης του παρατηρητή βαρύνουν τις αρχές της Μαδαγασκάρης.
-
εισφορά
noun feminineMed tillämpning av denna princip utbetalas kompensation endast för produkter för vilka en avgift har betalats.
Κατ' εφαρμογήν της αρχής αυτής, αντισταθμιστικές πληρωμές καταβάλλονται μόνο για τα προϋόντα για τα οποία καταβάλλεται εισφορά.
-
προμήθεια
Noun feminineVid beräkningen av förmånen drogs de avgifter som är nödvändiga för erhållande av subventionen av.
Για τον υπολογισμό του οφέλους, αφαιρέθηκε η απαραίτητη προμήθεια που καταβλήθηκε για τη χορήγηση της επιδότησης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρέωση
- πληρωμή
- τέλος
- δικαίωμα
- δίδακτρα
- εξέταστρα
- επιστράτευση
- δικαιώματα
- είσπραξη φόρου
- συγγραφικά δικαιώματα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avgift " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "avgift" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τιμή άνευ φόρων
-
αντιρρυπαντικό πριμ
-
φόρος ισοδυνάμου αποτελέσματος
-
εισφορά ΕΚΑΧ
-
εισφορά κοινωνικής ασφάλισης
-
φορτίο λυμάτων
-
έκτακτος φόρος
-
δασμοί ΚΔ