Μετάφραση του "bank" σε Ελληνικά
Οι τράπεζα, όχθη, ανάχωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bank" σε Ελληνικά.
bank
noun
common
γραμματική
-
τράπεζα
noun feminineHan jobbar på banken.
Αυτός δουλεύει στην τράπεζα.
-
όχθη
noun feminineDessa medel skulle användas för att förbättra vallarna på den vänstra banken av floden Elbe.
Τα κεφάλαια αυτά θα χρησιμοποιηθούν για τον εκσυγχρονισμό των αναχωμάτων στη αριστερή όχθη του Έλβα.
-
ανάχωμα
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποκατάστημα
- πλαγιά
- αμμοσύρτις
- πάγκος
- Τράπεζα
- ακτή
- παγκάκι
- πρανές
- τραπεζικό ίδρυμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bank " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bank"
Φράσεις παρόμοιες με "bank" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεθνής τραπεζικός λογαριασμός
-
δημόσια τράπεζα
-
κρουω · πάλλομαι
-
Τράπεζα για την Οικονομική Ολοκλήρωση της Κεντρικής Αμερικής
-
Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως
-
Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών
-
κρουω · πάλλομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη