Μετάφραση του "bar" σε Ελληνικά

Οι μπαρ, γυμνός, ποτοπωλείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bar" σε Ελληνικά.

bar adjective noun verb common w γραμματική

Ett företag med licens att sälja berusande drycker för konsumtion på stället, eller själva lokalen.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαρ

    noun neuter

    Vi kan ta den där drinken i en annan bar naturligtvis.

    Μπορούμε να πάμε για το ποτό, σε άλλο μπαρ φυσικά.

  • γυμνός

    adjective masculine

    Att slå ihjäl någon med sina bara händer.

    Να σκοτώνεις κάποιον με τα γυμνά σου χέρια.

  • ποτοπωλείο

    noun neuter

    - detaljförsäljning: försäljning av alkoholhaltiga drycker till slutkonsumenten eller försäljning till en restaurang, bar eller annan licensinnehavare.

    - " 'λιανική πώληση' είναι η διάθεση αλκοολούχων ποτών στον τελικό καταναλωτή ή η πώληση σε εστιατόριο, ποτοπωλείο, λέσχη ή άλλο εγκεκριμένο ίδρυμα".

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καπηλειό
    • μπαράκι
    • σαλούν
    • μώρον
    • τσιτσίδι
    • αίθουσα μπαρ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

BAR

BAR (vapen)

+ Προσθήκη

"BAR" στο λεξικό Σουηδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BAR στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "bar"

Φράσεις παρόμοιες με "bar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ολική αποκατάσταση λειτουργικού συστήματος
  • πράσο
  • Μόνο εγώ
  • Μπούρι
  • ενισχύω
  • συμπεριφέρομαι · φέρομαι
  • άγω · αίρω · βαστάζω · κουβαλώ · υποβαστάζω · φέρω · φορώ
  • Μούρο · απύρηνος καρπός · κόλπος · κόρφος · μούρο · μώρον · ραγώδες · ρόγα · σαρκώδες φρούτο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη