Μετάφραση του "barbar" σε Ελληνικά

Οι βάρβαρος, άγριος, ακαλλιέργητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barbar" σε Ελληνικά.

barbar noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάρβαρος

    noun masculine

    Polacker är inga barbarer, de accepterar inte dödsstraff.

    Οι Πολωνοί δεν είναι βάρβαροι, δεν αποδέχονται τη θανατική ποινή.

  • άγριος

    noun masculine
  • ακαλλιέργητος

    noun
  • βάρβαροι

    noun

    Polacker är inga barbarer, de accepterar inte dödsstraff.

    Οι Πολωνοί δεν είναι βάρβαροι, δεν αποδέχονται τη θανατική ποινή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barbar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barbar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη