Μετάφραση του "bevisning" σε Ελληνικά

Οι κατάθεση, πειστήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bevisning" σε Ελληνικά.

bevisning Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάθεση

    noun feminine

    Detsamma gäller, a fortiori, avseende bevisning som åberopas sedan dupliken inlämnats.

    Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά την πρόταση αποδεικτικών μέσων που υποβάλλεται μετά την κατάθεση του υπομνήματος ανταπαντήσεως.

  • πειστήριο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bevisning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bevisning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη