Μετάφραση του "biljett" σε Ελληνικά

Οι εισιτήριο, δελτίο, εισητήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biljett" σε Ελληνικά.

biljett noun common w γραμματική

En pappersbit som ger ägaren rätt närvara vid ett evenemang; till exempel en teaterföreställning eller en ishockeymatch. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισιτήριο

    noun neuter

    En pappersbit som ger ägaren rätt att använda ett allmänt kommunikationsmedel som tåg och buss.

    Han köpte en biljett till Mexiko utan fast datum.

    Aγόρασε αεροπορικό εισιτήριο για Μεξικό με ανοιχτή επιστροφή πριν δυο μέρες.

  • δελτίο

    noun

    Transportdokumentet kan utgöra en del av den resandes biljett.

    Το δελτίο μεταφοράς μπορεί να είναι ενσωματωμένο στον τίτλο μεταφοράς του επιβάτη.

  • εισητήριο

    Jag använde min tvillingkraft och kände att det skulle bli bråk, så jag tog en ombokningsbar biljett.

    Γι'αυτό χρησιμοποίησα το δίδυμο προαίσθημά μου ξέροντας οτι θα μαλώναμε κι έβγαλα ανοιχτό εισητήριο.

  • αποδεικτικό καταβολής κομίστρου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " biljett " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "biljett"

Φράσεις παρόμοιες με "biljett" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "biljett" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη