Μετάφραση του "bindning" σε Ελληνικά

Οι σύνδεση, όριο, δεσμευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bindning" σε Ελληνικά.

bindning
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεση

    noun feminine

    Som bekant kom man inte fram till någon gradering och motsvarande bindning av de nyinförda direkta inkomststöden.

    Η κλιμάκωση και αντίστοιχη σύνδεση των νεοθεσπισθεισών άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων δεν πραγματοποιήθηκε τότε.

  • όριο

    noun neuter
  • δεσμευμένος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαδικασία σύνδεσης
    • όρια αντικειμένου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bindning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bindning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bindning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη