Μετάφραση του "bindning" σε Ελληνικά
Οι σύνδεση, όριο, δεσμευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bindning" σε Ελληνικά.
bindning
-
σύνδεση
noun feminineSom bekant kom man inte fram till någon gradering och motsvarande bindning av de nyinförda direkta inkomststöden.
Η κλιμάκωση και αντίστοιχη σύνδεση των νεοθεσπισθεισών άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων δεν πραγματοποιήθηκε τότε.
-
όριο
noun neuter -
δεσμευμένος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαδικασία σύνδεσης
- όρια αντικειμένου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bindning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bindning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρώιμη σύνδεση
-
Δεσμός π
-
ομοιοπολικός δεσμός
-
χημικός δεσμός
-
σύνδεση με καθυστέρηση
-
Ομοιοπολικός δεσμός
-
Χημικός δεσμός
-
σύνδεση κατά το χρόνο εκτέλεσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη