Μετάφραση του "biverkning" σε Ελληνικά

Το παρενέργεια είναι η μετάφραση του "biverkning" σε Ελληνικά.

biverkning
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρενέργεια

    noun feminine

    En av de olyckliga biverkningarna att resa genom en extradimensionell reva.

    Είναι ατυχής παρενέργεια του ταξιδιού σε ρήγμα με επιπλέον διαστάσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " biverkning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "biverkning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη