Μετάφραση του "biverkning" σε Ελληνικά
Το παρενέργεια είναι η μετάφραση του "biverkning" σε Ελληνικά.
biverkning
-
παρενέργεια
noun feminineEn av de olyckliga biverkningarna att resa genom en extradimensionell reva.
Είναι ατυχής παρενέργεια του ταξιδιού σε ρήγμα με επιπλέον διαστάσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " biverkning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη