Μετάφραση του "bli" σε Ελληνικά

Οι γίνομαι, μεθώ, τρέπομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bli" σε Ελληνικά.

bli verb γραμματική

bli (substantivs predikat med ne i tvetydiga konstruktioner)

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γίνομαι

    verb

    Allt har blivit så dyrt.

    Όλα έγιναν πολύ ακριβά.

  • μεθώ

    verb
  • τρέπομαι

    verb

    När Sidkia flyr, blir han tillfångatagen och görs blind

    Ο Σεδεκίας, όταν τρέπεται σε φυγή, συλλαμβάνεται και τυφλώνεται

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bli" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη